εξουσία

ἡ εξουσία возможность; воля, власть

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "εξουσία" в других словарях:

  • ἐξουσία — ἐξουσίᾱ , ἐξουσία power fem nom/voc/acc dual ἐξουσίᾱ , ἐξουσία power fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξουσίᾳ — ἐξουσίαι , ἐξουσία power fem nom/voc pl ἐξουσίᾱͅ , ἐξουσία power fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξουσία — η 1. κυριαρχική δύναμη που έχει κάποιος να κάνει ή να μην κάνει κάτι, δικαίωμα που ασκεί κάποιος πάνω σε άλλο (πρόσωπο ή πράγμα), δικαιοδοσία: Η εξουσία των γονιών στα ανήλικα παιδιά τους. 2. αρχή, αξίωμα: Κι η εξουσία μου εδόθη ς φουσάτο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξουσία — Έκφραση που προσδιορίζει την κρατική αρχή ως φορέα της κυριαρχίας. Δηλαδή πρόκειται για τη γενική ε., που προκύπτει ως ειδικότερη έννοια από τη δύναμη, την ισχύ, και τις επιμέρους κρατικές ε., νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική, αλλά και τη… …   Dictionary of Greek

  • εξουσία — [эксусиа] ουσ. в власть, сила, могущество …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐξουσιᾷ — ἐξουσιάζω exercise authority fut ind mid 2nd sg (epic) ἐξουσιάζω exercise authority fut ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ή έν τῷ ποιεῖν ἐξουσία. — ή έν τῷ ποιεῖν ἐξουσία. См. Поэтическая вольность …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κανονιστική εξουσία — Ειδική εξουσιοδότηση και αρμοδιότητα του αρχηγού του κράτους (με την ιδιότητά του ως αρχηγού της εκτελεστικής εξουσίας) να συμπληρώνει και να αναπτύσσει τους νόμους στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεσή τους. Κ.ε. μπορούν να έχουν… …   Dictionary of Greek

  • 'ξουσία — ἐξουσίᾱ , ἐξουσία power fem nom/voc/acc dual ἐξουσίᾱ , ἐξουσία power fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξουσίας — ἐξουσίᾱς , ἐξουσία power fem acc pl ἐξουσίᾱς , ἐξουσία power fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξουσίαι — ἐξουσία power fem nom/voc pl ἐξουσίᾱͅ , ἐξουσία power fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.